ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕΣ ΑΠΡΙΛΗ..

 Ο Απρίλιος, ή Απρίλης, ή Απρίλτς (Ποντιακά), είναι ο τέταρτος μήνας του έτους κατά το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό Hμερολόγιο, ο όγδοος κατά το Εκκλησιαστικό που αρχίζει τον Σεπτέμβριο, ο δεύτερος κατά το παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο και ο δέκατος στο αττικό ημερολόγιο ο οποίος ονομάζονταν Μουνιχιών και αντιστοιχούσε στο χρονικό διάστημα 24 Μαρτίου-22 Απριλίου του Γρηγοριανού ημερολογίου. Ο Απρίλιος περιλαμβάνει 30 ημέρες.

Η λέξη Απρίλιος ετοιμολογείται από το λατινικό Aprillis, από το ρήμα aperire, που σημαίνει «ανοίγω». Είναι ο μήνας κατά τον οποίο ο καιρός «ανοίγει» και έρχεται η Άνοιξη, όπως σημειώνεται στο Μέγα Συναξαριστή. Ο Απρίλιος μέχρι την εποχή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Ιουλίου Καίσαρα περιελάμβανε 29 ημέρες και από τότε 30. Το 65 μ. Χ. ο Νέρων προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να μετονομάσει τον Απρίλιο σε Νερώνιο (Neronius) σε ανάμνηση της σωτηρίας του μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του στην οποία συμμετείχε και ο δάσκαλός του Σενέκας, που τελικά αυτοκτόνησε για να αποφύγει τον εξευτελισμό.

 Η «Πρωταπριλιά» με τα αθώα ψέματά της είναι ένα πανευρωπαϊκό έθιμο. Στην Ελλάδα το αρχαίο αυτό έθιμο έφτασε, μάλλον, την εποχή των Σταυροφοριών κι έχει τις ρίζες του στους αρχαίους Κέλτες. Επειδή τον Απρίλιο ο καιρός καλοσύνευε συνήθιζαν την πρωταπριλιά να πηγαίνουν για ψάρεμα. Τις περισσότερες φορές γύριζαν φυσικά με άδεια χέρια, κι έτσι κατέφευγαν σε ψεύτικες ιστορίες για μεγάλα ψάρια. Στη χώρα μας διαγωνίζονται για το ποιος θα πει το μεγαλύτερο ψέμα, όπως το: «Έλα να πούμε ψέματα/ ένα σακί γιομάτο/ φόρτωσα ένα μπόντικα/ σαράντα κολοκύθια/ κι απάνου στα καπούλια του/ ένα σακί ρεβύθια».

 Ο Απρίλης είναι ο κατ’ εξοχήν μήνας όπου γιορτάζεται το Πάσχα, αν και ορισμένες φορές το Ορθόδοξο Πάσχα μπορεί να γιορταστεί μέχρι και στις 8 Μαΐου (όπως έγινε το 1983). Το Πάσχα έχει τις ρίζες του στην αρχαία Αίγυπτο, όπου γιορτάζονταν η εαρινή ισημερία, κι από εκεί πέρασε στους Εβραίους ως «Πεσάχ», σε ανάμνηση της Εξόδου τους από την αιχμαλωσία, και τέλος έφτασε και στους χριστιανούς αφού ταυτίστηκε με τον σταυρικό θάνατο Του Ιησού Χριστού την περίοδο του Εβραϊκού Πάσχα, το οποίο γιορταζόταν κατά την ημέρα της πρώτης εαρινής πανσελήνου.
Στους πρώτους τρεις αιώνες της χριστιανοσύνης, όμως, οι διάφορες εκκλησίες γιόρταζαν την μεγάλη αυτή φεγγαρογιορτή σε διαφορετικές ημερομηνίες. Άλλες μεν κατά το παράδειγμα των αποστόλων Ιωάννη και Παύλου, κατά την ημέρα του θανάτου του Χριστού την 14η του Εβραϊκού μηνός Νισσάν, μία δηλαδή ημέρα πριν από την γιορτή του Εβραϊκού Πάσχα και σε οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας και αν συνέπιπτε, άλλες δε πάντοτε κατά την Κυριακή που έπονταν της πρώτης εαρινής πανσελήνου.
Λόγω των διαφορών αυτών στον εορτασμό του Πάσχα από τις διάφορες εκκλησίες η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, που συγκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος στη Νίκαια της Βιθυνίας, το 325 μ.Χ., θέσπισε τα του προσδιορισμού της εορτής του Πάσχα με μία εγκύκλιο επιστολή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όπου εκτίθεται ο γνωστός από τότε ως «Όρος της Νικαίας». Σύμφωνα μ’ αυτόν: «Το Πάσχα θα πρέπει να εορτάζεται την Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης, κι αν η πανσέληνος συμβεί Κυριακή τότε να εορτάζεται την επομένη Κυριακή (για να μην συμπέσει με τον εορτασμό του Εβραϊκού Πάσχα).» Ο εορτασμός του Πάσχα λοιπόν συνδέθηκε άμεσα με την εαρινή ισημερία και την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης.

 ΠΗΓΗ: wikipedia

Σχόλια